Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Οι συγκεντρώσεις των τραπεζών σε καιρό κρίσης


Διερωτώνται πολλοί πώς είναι δυνατό να επιτρέπονται οι συγκεντρώσεις τραπεζών σε τόση μεγάλη έκταση στη χώρα μας και να ευνοείται έτσι η δημιουργία ολιγοπωλιακών συνθηκών στην αγορά. Οι κανόνες του ανταγωνισμού είναι τόσο εύπλαστοι, ώστε το συμβατό ή μη μιας συγκέντρωσης με τις απαιτήσεις λειτουργίας του ανταγωνισμού να το καθορίζει η συγκυρία; Ποιες οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανταγωνιστική διάρθρωση της αγοράς και ποιος ο ρόλος των ρυθμιστικών αρχών;
 
Για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε δέσμη μέτρων στήριξης των ελληνικών τραπεζών με τη μορφή ανακεφαλαιοποίησης, εγγυήσεων και ομολογιακών δανείων, ενώ για τη διασφάλιση της ομαλής εξυγίανσης ορισμένων τραπεζών ενέκρινε ενισχύσεις αναδιάρθρωσης (λχ. ΑΤΕ, T Bank). Η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού κατά την περίοδο Μαΐου 2010 - Ιουλίου 2013, συνεδριάζοντας είτε σε Ολομέλεια είτε σε τμήματα, ενέκρινε 10 σχετικά αιτήματα συγκεντρώσεων με ομόφωνες αποφάσεις, επιβάλλοντας διορθωτικά μέτρα σε δύο περιπτώσεις (Εθνική – Eurobank και Alpha – Eurobank).




Αναμφισβήτητα, η ρυθμιστική παρέμβαση των αρχών στις περιπτώσεις των τραπεζών είναι απόλυτα προσαρμοσμένη στη συγκυρία και το φόβο ότι οι αποτυχίες των τραπεζών θα έχουν αντίκτυπο στην οικονομία συνολικά. Το δίκαιο δεν είναι ανελαστικό, παρέχοντας διακριτική ευχέρεια στις αρχές να κρίνουν συμβατές τις κρατικές ενισχύσεις στις τράπεζες (άρ. 107 παρ. 3 β ΣΛΕΕ «ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους») και να επιτρέπουν τις συγκεντρώσεις, επιβάλλοντας ενίοτε διορθωτικά μέτρα. Αναπόφευκτα, λοιπόν, μπροστά στην ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ο ανταγωνισμός διαστρεβλώνεται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα επιβάλλεται η αποκατάστασή του μέσω της παρέμβασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία οφείλει να παρακολουθεί όχι μόνο την τήρηση των δεσμεύσεων, αλλά συνολικά τη λειτουργία του κλάδου, απαγορεύοντας και τιμωρώντας πιθανά «καρτέλ της κρίσης» (cartel crisis).

Κατά τη γνώμη μας, από πλευράς μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στον ανταγωνισμό, η κρίση του τραπεζικού συστήματος θα αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικότερα εάν προκρινόταν η επιεικής εφαρμογή των κανόνων των κρατικών ενισχύσεων παρά των κανόνων των συγκεντρώσεων.

Μπορεί βέβαια η λύση της παροχής κρατικών ενισχύσεων στο τραπεζικό σύστημα να έχει βραχυπρόθεσμα μεγαλύτερο οικονομικά κόστος, όμως συμβάλλει στη διατήρηση περισσότερων παικτών στην αγορά και αποτρέπει τη γιγάντωση συμμετρικών τραπεζικών σχημάτων που δρουν εναρμονισμένα στην αγορά και εις βάρος της αποτελεσματικότητας του τραπεζικού κλάδου. Η κοινωνική και οικονομική ωφέλεια είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν οι κρατικές ενισχύσεις συνδυάζονται με πολιτικές αναδιοργάνωσης των επωφελούμενων τραπεζών και ανάληψη του κινδύνου από τους μετόχους τους, ώστε να μετριάζονται οι απώλειες των φορολογουμένων.

Από την άλλη πλευρά ποιες είναι οι εγγυήσεις ότι η δημιουργία εθνικών πρωταθλητών στον τραπεζικό κλάδο θα ωφελήσει περισσότερο την ελληνική οικονομία και κοινωνία, όταν ακόμα και το βασικότερο επιχείρημα όσων ασπάζονται την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση στην οικεία αγορά περί άμεσης αντιστροφής του αρνητικού ρυθμού της πιστωτικής επέκτασης, αποδεικνύεται έωλο, καθώς οι καταθέσεις εξανεμίζονται;

Πέραν τούτων, το κόστος για την απόκτηση μιας τράπεζας που δεν καταφέρνει να ανακεφαλαιοποιηθεί σύμφωνα με τους επιβαλλόμενους όρους (πχ  ΑΓΡΟΤΙΚΗ, FBB, Probank κλπ), είναι τεράστιο σε σχέση με το ποσό που απαιτείται για την ανακεφαλαιοποίησή της και τη διατήρησή της στον ανταγωνισμό. Επί παραδείγματι, η αποτυχία ανακεφαλαιοποίησης της Probank η οποία είχε ανάγκη κεφαλαίων ύψους 220 εκ. ευρώ θα κοστίσει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το ποσό των 237.550 εκ. ευρώ, σύμφωνα με την προσωρινώς αποτιμηθείσα αξία των στοιχείων παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος!

Δηλαδή επιδοτούμε κιόλας τη συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος (!), καθοδηγούμενοι από την «αόρατο χείρα» του Άνταμ Σμιθ και ελπίζοντας ότι, ακολουθώντας το συμφέρον των συστημικών τραπεζών, προωθείται αποτελεσματικότερα το συμφέρον της κοινωνίας.