Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Οι περιορισμοί αίρονται, ο ανταγωνισμός;


Είχαμε αναδείξει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν (εδώ, εδώ κι εδώ) ότι συγκεκριμένες διατάξεις νόμου που θεσπίστηκαν για τον έλεγχο των αποκρατικοποιήσεων αντιβαίνουν στο ενωσιακό δίκαιο, διότι παρέχουν στην εκάστοτε κυβέρνηση ευρεία διακριτική ευχέρεια, ανέλεγκτη δικαστικά, να επιλέγει αυθαίρετα τους δυνητικούς επενδυτές.

Υπό το βάρος των καταδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου και της πίεσης της ΤΡΟΙΚΑ, η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε τελικά στις 31.10.12 το Ν.4092/2012, με τον οποίο καταργούνται τόσο οι περιορισμοί της δυνατότητας απόκτησης μετοχών με δικαίωμα ψήφου σε ποσοστό άνω του 20% στις αποκαλούμενες «στρατηγικές επιχειρήσεις» όσο και οι ποσοστιαίοι περιορισμοί για τη συμμετοχή του ελληνικού δημοσίου στις εταιρείες ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ και στους Οργανισμούς Λιμένων.

Μολονότι η κατεπείγουσα νομοθέτηση με πράξη νομοθετικού περιεχομένου τόσο σοβαρών ζητημάτων με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο είναι πολιτικά προβληματική, το ερώτημα που τίθεται από εδώ και πέρα επιτακτικά είναι αν οι επενδύσεις και ιδιωτικοποιήσεις θα αποδώσουν μακροπρόθεσμα οφέλη για την οικονομία και τους καταναλωτές.

Για το αν δηλαδή θα μεταμορφώσουμε τα φυσικά - δημόσια μονοπώλια σε ιδιωτικά ή αν μέσω των ιδιωτικοποιήσεων θα απολαύσουμε ως κοινωνία υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών και χαμηλότερες τιμές από την επίταση του ανταγωνισμού.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί το αισιόδοξο σενάριο, το δίκαιο του ανταγωνισμού ελέγχει τις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων και επενδύσεων διττά. Αφενός μεν αν ο αγοραστής μιας δημόσιας επιχείρησης έλκει οικονομικό πλεονέκτημα από την τιμή πώλησής της (τιμή πώλησης κατώτερη από την αγοραία αξία) και αφετέρου αν ο ιδιώτης δεν στραγγαλίζει την οικεία αγορά αποκλείοντας την είσοδο νέων παικτών, καταχρώμενος τη δεσπόζουσα θέση του.

Πέραν αυτής της καθαρά νομικής συζήτησης, η εμμονή στην ιδεολογική και μανιχαϊστική προσέγγιση των ζητημάτων απελευθέρωσης των αγορών είναι άκρως παραπλανητική, καθώς καμία ιδιωτικοποίηση ή επένδυση δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Η λειτουργία της είναι αυτή που θα προσδιορίσει το αν έχει τελικά θετικό ή αρνητικό πρόσημο για την οικονομία και κοινωνία. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που μια ιδιωτικοποίηση αποδειχθεί αναποτελεσματική, αναδεικνύοντας επιβεβαιωτικά τη γνωστή ρητορική περί «κερδοσκοπικών παιχνιδιών», διερωτάται κανείς αν τούτο οφείλεται ενδεχομένως στη μη εφαρμογή των νόμων, δηλαδή στο μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική πολιτεία διαχρονικά;

Το ότι λ.χ. οι εναλλακτικοί πάροχοι ENERGA και HELLAS POWER ελέγχονται σήμερα ποινικά σημαίνει ότι δεν έπρεπε να απελευθερωθεί η αγορά πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα; Το γεγονός ότι τόσες χιλιάδες κόσμου έσπευσε να συμβληθεί με τις εν λόγω εταιρείες δεν επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η ζήτηση δεν εξυπηρετούνταν αποτελεσματικά από τη ΔΕΗ;

Θα πει κάποιος, ο οποίος δεν αντιδρούσε στο άνοιγμα της παραπάνω αγοράς, ότι το παράδειγμα είναι ατυχές, διότι με το Ν. 4092 ανοίγει ο δρόμος να ιδιωτικοποιηθεί η ίδια η ΔΕΗ, θα έρθει ο ιδιώτης να πάρει το ρεύμα μας, τις εγκαταστάσεις μας κλπ.

Η πρόταση αυτή αποδέχεται a priori ότι ο ιδιώτης θα είναι ανεξέλεγκτος και δεν θα υπόκειται στους νόμους.

Μα θα μας τιμολογεί αυθαίρετα, συνεχίζει το παραπάνω σκεπτικό.

Πέρα από το γεγονός ότι και τώρα η ΔΕΗ μας τιμολογεί αυθαίρετα, εκδίδοντας λογαριασμούς «έναντι», τα τιμολόγιά της ακολουθούν κυβερνητικές επιλογές που σε πολλές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται στην αξία του πωλούμενου αγαθού.

Το αν αυτές οι επιλογές εξυπηρετούν κοινωνικές ανάγκες, ενδεχομένως να το κάνουν βραχυπρόθεσμα, αλλά σε βάθος χρόνου λειτουργούν αντίστροφα, δημιουργώντας τεράστιες ζημιές, τις οποίες τελικά θα κληθούν και πάλι να πληρώσουν οι καταναλωτές.

Στην ελεύθερη αγορά η τιμολόγηση δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη – υπέρογκη για τον τελικό δικαιούχο, διότι υπάρχει ο φόβος του πραγματικού και δυνητικού ανταγωνιστή.  

Τώρα, αν και πάλι οι τιμές είναι εναρμονισμένες σε υψηλά επίπεδα, διότι υπάρχει καρτέλ κλπ, τούτο σημαίνει αδυναμία επιβολής των νόμων του ανταγωνισμού.

Η οικονομική συμπεριφορά, όπως κάθε ανθρώπινη ενέργεια και παράλειψη εντός των οργανωμένων κοινωνιών, ελέγχεται από τους νόμους και όχι από τις ιδεοληψίες μας.

Το γεγονός ότι από τη χρήση των αυτοκινήτων διακινδυνεύει η ζωή μας μπορεί να μας οδηγήσει στην απόφαση να απαγορεύσουμε τη χρήση τους;

Όποιος παρανομεί, αντιμετωπίζει τις συνέπειες του νόμου.

Είναι καιρός πλέον να πάψουμε να ζούμε και να πολιτευόμαστε ατομικά και συλλογικά, μηχανευόμενοι εχθρούς (του έθνους, του λαού κλπ), για να εξυπηρετήσουμε τα οικονομικά μας συμφέροντα και τις φαντασιώσεις μας για ένα κόσμο που μας έχει προ πολλού ξεπεράσει…