Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Καρτέλ στην αρχαία Ελλάδα (Αθήνα 386 π.Χ.)


Ο Jakob Burckhardt (1818-1897) έλεγε ότι «οι αρχαίοι συγγραφείς περιέχουν πολλά αξιοσημείωτα, τα οποία λίγοι έχουν προσέξει». Η άποψη αυτή μπορεί να υποστηριχθεί όσον αφορά την οικονομική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων. Πολύ δε περισσότερο στις μέρες μας που η οργάνωση της οικονομίας μας πόρρω απέχει από την οικονομική ζωή του αρχαίου κόσμου, με αποτέλεσμα λίγοι άνθρωποι να έχουν ασχοληθεί με την έρευνα για την ύπαρξη ή μη αντιμονοπωλιακών κανόνων κατά τη μακραίωνη ιστορία μας.

Ένας από αυτούς, ο Λάμπρος Κοτσίρης, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλειου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έγραψε το 1988 ένα άρθρο στο περιοδικό The International Lawyer με τίτλο “An Antitrust Case in Ancient Greek Law” (22: Summer 1988: 451-456), παρουσιάζοντας την πρώτη υπόθεση ανταγωνισμού στην ιστορία μέσα από το δικανικό λόγο του Λυσία «Κατά των Σιτοπωλών».

Στην εισαγωγή της εργασίας του σημείωνε ότι η ιδέα της καταπολέμησης των συμπράξεων είναι τόσο παλαιά όσο ο πολιτισμός μας και απορρέει από την ανάγκη να ελεγχθεί η αρνητική ροπή της ανθρώπινης φύσεως, που οδηγεί τα άτομα να προσπαθούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με κάθε τρόπο.

Ιστορικό πλαίσιο
Η αττική γη παρήγαγε διάφορα προϊόντα σε αφθονία (ελαιόλαδο, σταφύλια, μέλι κλπ), αλλά είχε μεγάλη έλλειψη σε σιτηρά, τα οποία δεν επαρκούσαν να θρέψουν τον πληθυσμό. Έτσι, η αρχαία Αθήνα αναγκαζόταν να εισάγει σιτηρά από τον Πόντο, τη Θράκη, τη Σικελία, την Αίγυπτο και άλλες χώρες. Το λιμάνι του Πειραιά χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη όπου συσσωρεύονταν τα εμπορεύματα από όλο το γνωστό τότε κόσμο και εκεί λειτουργούσε η μεγάλη αγορά (Δείγμα) όπου πωλούνταν τα εισαγόμενα προϊόντα.

Η θαλασσοκρατορία των Αθηνών δεν εφάρμοζε οικονομικό παρεμβατισμό, παρά μόνο όταν κάτι τέτοιο επιβαλλόταν από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως ήταν η εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων σιτηρών (διατήρηση υψηλής προσφοράς) για τη διατροφή του λαού και τη συγκράτηση των τιμών.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις απαγορευόταν: η εισαγωγή σίτου σε άλλο λιμάνι εκτός του Πειραιά (επί ποινή θανάτου απαγορευόταν στους Αθηναίους πολίτες και μέτοικους να μεταφέρουν το σίτο σε άλλη πόλη εκτός των Αθηνών), η επανεξαγωγή σίτου πλέον του 1/3 και τα δάνεια σε πλοιοκτήτες που δεν εισήγαν σίτο στην πόλη. Αν ο δανειστής δάνειζε χωρίς τη ρητή δέσμευση του πλοιοκτήτη να εισάγει σίτο, το δάνειο αυτό ήταν άκυρο και ο δανειστής έχανε το δικαίωμα να εγείρει αγωγή κατά του οφειλέτη του.

Στην αγορά δραστηριοποιούνταν οι εξής ρυθμιστικοί φορείς: Οι επιμελητές του εμπορίου που φρόντιζαν να πωλούνται τα 2/3 του φορτίου σίτου των πλοίων που έφθαναν στον Πειραιά και οι σιτοφύλακες που έκαναν απογραφή του σίτου και επαγρυπνούσαν ώστε οι σιτοπώλες, κατά την άφιξη του σίτου στην αγορά, να μην αγοράζουν πάνω από 50 μεδίμνους. Όσοι σιτοφύλακες παραμελούσαν τα καθήκοντά τους αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου.

Ο νόμος απαγόρευε στους σιτοπώλες να πωλούν σε τιμή πάνω από έναν οβολό ανά μέδιμνο από την τιμή που προμηθεύονταν το σίτο από τους εισαγωγείς εμπόρους (διατίμηση).

Παρά το αυστηρότατο αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η Αθήνα αντιμετώπισε το πρόβλημα της σιτοδείας ένεκα εξαιρετικών γεγονότων (πολεμικές συγκρούσεις). Άλλες φορές πάλι βρέθηκε αντιμέτωπη με παράνομες αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές από τις δραστηριοποιούμενες στην αγορά του σίτου επιχειρήσεις…


Η κατηγορία
Ότι οι σιτοπώλες παρά το νόμο συνέπραξαν, αγοράζοντας από τους εμπόρους σε μία τιμή περισσότερο σίτο από 50 μεδίμνους και τον κράτησαν εκτός αγοράς, αποθηκεύοντάς τον, ώστε να ελέγξουν την τιμή του και να τον πουλήσουν αργότερα σε υψηλή τιμή.

Έναντι, δε, των εισαγωγέων εμπόρων θα μπορούσαμε να πούμε ότι άσκησαν δύναμη μονοψωνίου (monopsony power) και έναντι της λιανικής αγοράς μονοπωλιακή δύναμη.


Τα επιχειρήματα
Ο Λυσίας αντικρούει το επιχείρημα των σιτοπωλών ότι έδρασαν καθ’ υπόδειξη του Ανύτου (σιτοφύλακα) με σκοπό το συσσωρευμένο σίτο να τον διαθέσουν αργότερα στην αγορά σε χαμηλή τιμή όταν η πόλη θα τον είχε ανάγκη. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται τα εξής:

«Όφειλαν οι κύριοι αυτοί, εάν πράγματι είχαν για εμάς ενδιαφέρον να φαίνονται ότι πωλούν επί πολλές ημέρες με την ίδια τιμή το σίτο, μέχρις ότου ήθελε σωθεί ο από κοινού αγορασμένος σίτος. Αλλά τώρα ενίοτε εντός της ίδιας ημέρας πωλούσαν κατά δραχμή ακριβότερα σαν να είχαν αγοράσει το σίτο κατά μέδιμνο, ενώ όλον το σίτο αγόρασαν με μία τιμή».


Συμπερασματικά
Οι σιτοπώλες μη ανταγωνιζόμενοι έναντι των εμπόρων για την τιμή του εισαγόμενου σίτου ήλεγχαν την τιμή χονδρικής (αγόραζαν φθηνότερα), αλλά δεν παρείχαν στη συνέχεια μειωμένες τιμές στη λιανική, καθώς φρόντιζαν να μειώνουν την προσφερόμενη ποσότητα στην αγορά.

Αποτέλεσμα της δίκης
Δεν γνωρίζουμε αν οι σιτοπώλες καταδικάστηκαν.


Η ιστορία επαναλαμβάνεται
Αντιπαραβάλετε την αγορά σίτου της αρχαίας Αθήνας με την αγορά λ.χ. των πετρελαιοειδών σήμερα…


Η επικαιρότητα του λόγου του Λυσία
Σε τέτοιο βαθμό έχθρας έχουν φθάσει (τα καρτέλ) ώστε σε τέτοιες δύσκολες περιστάσεις μας επιβουλεύονται όπως οι εχθροί μας. Διότι όταν έχετε μεγίστη ανάγκη σίτου, τον υφαρπάζουν αυτοί και δεν θέλουν να τον πωλούν, για να μη φιλονικούμε για την τιμή του, αλλά να είμαστε ευχαριστημένοι σε οποιαδήποτε τιμή κι αν τον αγοράζουμε από αυτούς, Ώστε ενίοτε εν καιρώ ειρήνης πολιορκούμαστε από αυτούς (15).

Λάβετε υπόψη ότι εκ ταύτης της τέχνης (του σιτοπώλου) πλείστοι έχουν διακινδυνεύσει τη ζωή τους. Και τόσα σημαντικά ποσά εξ αυτής ωφελούνται ώστε μάλλον προτιμούν καθημερινά να διακινδυνεύουν τη ζωή τους (προβλεπόμενη ποινή ο θάνατος) παρά να τους διακόψετε εσείς τα κέρδη (18).