Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Η συμβολή του "Παρατηρητηρίου Ανταγωνισμού" στον καθορισμό των κριτηρίων προτεραιοποίησης των υποθέσεων από την Επ.Αντ.

H Επιτροπή Ανταγωνισμού σε Ολομέλεια με την υπ’ αριθ. 525/VI/2011 ομόφωνη απόφασή της, μετά από δημόσια διαβούλευση, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. ιδ΄ περ. αα του ν.3959/2011, όρισε τα κριτήρια της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων, δεδομένου ότι δεν είναι υποχρεωμένη να προσδίδει τον ίδιο βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που λαμβάνει.

Η απόφαση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις που προσφεύγουν ενώπιον της Επιτροπής, για να καταγγείλουν εικαζόμενες παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, διότι η εξέταση των καταγγελιών τους θα προτεραιοποιείται στο βαθμό που ικανοποιούνται τα ορισθέντα κριτήρια, κοινός παρονομαστής των οποίων είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

Με ιδιαίτερη χαρά ανταποκριθήκαμε στην πρόσκληση της διενεργηθείσας δημόσιας διαβούλευσης και συμμετείχαμε υποβάλλοντας συγκεκριμένες προτάσεις, προκειμένου κυρίως να διασαφήσουμε την αόριστη αξιολογική έννοια του δημοσίου συμφέροντος στο πεδίο του ελεύθερου ανταγωνισμού, με γνώμονα την εμπέδωση των αρχών της σαφήνειας και διαφάνειας στη λειτουργία της Επιτροπής.

Μεταξύ άλλων:

Επισημάναμε εισαγωγικώς την ανάγκη λήψης ιδιαίτερης μέριμνας από την Επιτροπή, τόσο κατά τη διατύπωση του κειμένου καθορισμού των κριτηρίων όσο και, εν συνεχεία, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας στην προτεραιοποίηση των καταγγελλόμενων υποθέσεων, ώστε οι πολίτες και οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να απευθύνονται σε αυτήν και να την ενημερώνουν σχετικά με τις εικαζόμενες παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού να μην αποθαρρύνονται, διότι οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού (παρ. 5 προοιμίου Κανονισμού 773/2004).

Ειδικότερα, όσον αφορά τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά την προτεραιοποίηση των υποθέσεων από την Επιτροπή, στο πλαίσιο της κατά περίπτωση συγκεκριμενοποίησης της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, υποστηρίξαμε, στηριζόμενοι στην ενωσιακή νομολογία, ότι  τα όρια της διακριτικής αυτής ευχέρειας δεν είναι απεριόριστα, καθώς η Επιτροπή υποχρεούται να «λαμβάνει υπόψη όλα τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που είναι λυσιτελή προκειμένου να αποφασίσει για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί σε καταγγελία… και να εξετάζει προσεκτικά το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων που της γνωστοποιούν οι καταγγέλλοντες».

Έτσι, όταν η Επιτροπή προκρίνει την απόρριψη μιας καταγγελίας λόγω ελλείψεως δημοσίου συμφέροντος, υπολαμβάνοντας ότι τα δικαιώματα των θιγομένων μπορούν να διασφαλιστούν από τα πολιτικά δικαστήρια, οφείλει -κατά την ενωσιακή επιταγή- να προβεί σε απόρριψη της καταγγελίας «υπό την προϋπόθεση πάντως ότι μπορούν να προστατευθούν ικανοποιητικά τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος από τα εθνικά όργανα, όπερ προϋποθέτει ότι τα όργανα αυτά είναι σε θέση να συγκεντρώσουν τα πραγματικά στοιχεία για να εξακριβώσουν αν οι επίμαχες πρακτικές συνιστούν παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης».

Προτείναμε, επίσης, την προτεραιοποίηση υποθέσεων που συμβάλλουν στην επίλυση των εγγενών προβλημάτων της εθνικής οικονομίας (εμπόδια εισόδου κλπ), που συμβάλλουν στη δημιουργία «κουλτούρας ανταγωνισμού» στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, που ενισχύουν το στόχο της «αποτροπής» (deterrence), ακόμα και όταν η εισαγόμενη ενώπιον της Επιτροπής υπόθεση αφορά μικρό αριθμό θιγομένων προσώπων.

Για την αποτελεσματική λειτουργία της Επιτροπής τονίσαμε την ανάγκη υιοθέτησης στρατηγικών πλάνων και ετήσιων σχεδίων δράσης (management plans) κατά το πρότυπο των ξένων αρχών ανταγωνισμού, ούτως ώστε από τη μια πλευρά οι δράσεις της Επιτροπής να μην διεξάγονται αποσπασματικά και συγκυριακά και από την άλλη οι επιχειρήσεις να μην στοχοποιούνται ανερμάτιστα.

Η διατύπωση των παραπάνω συνοπτικά αναφερομένων προτάσεών μας εμφορούνταν από τη λογική ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να εγγυάται ως ανεξάρτητη αρχή την ύπαρξη ασφαλούς επενδυτικού περιβάλλοντος για τις δραστηριοποιούμενες στην Ελλάδα επιχειρήσεις, μεριμνώντας συστηματικά για την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας, επιχειρήσεων και καταναλωτών.


Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού προέβη σε αξιόλογες τροποποιήσεις επί του κειμένου που έθεσε στη δημόσια διαβούλευση, υιοθετώντας προτάσεις και του Παρατηρητηρίου μας.

Συγκεκριμένα:

Απάλειψε το κριτήριο με αριθμό 3 (Τη συμμόρφωση με τις εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, και του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες έχουν εκδοθεί επί ενδίκων μέσων σε αποφάσεις της Ε.Α. ή αγωγών σε βάρος της), εισάγοντάς το συμπληρωματικά σε απλή υποσημείωση, εκτός της κανονιστικής επενέργειας των κριτηρίων.

Η πρότασή μας είχε ως εξής:

«Η συμμόρφωση με τις εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις αποτελεί οπωσδήποτε νομική υποχρέωση της Επιτροπής και δεν μπορεί να αποβαίνει εις βάρος των αξιολογούμενων υποθέσεων. Γι’ αυτό δεν θα ήταν άτοπο να απαλειφθεί η συμπερίληψη του κριτηρίου αυτού στην "προτεραιοποίηση", μολονότι είναι κατανοητό ότι η συμμόρφωση επάγεται για την Επιτροπή λειτουργικό και διοικητικό κόστος. Η επίκληση εκπλήρωσης μιας νομικής υποχρέωσης δεν μπορεί να συνιστά δικαιολογητικό λόγο υπέρτερης κατάταξης μιας υπόθεσης και έτσι να γίνεται αποδεκτή η απόκλιση από τους κατ’ εξουσιοδότηση νόμου τιθέμενους στόχους δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους πρέπει να υπηρετεί η Επιτροπή».

Αντ’ αυτού, εισήγαγε το κριτήριο με αριθμό 4 (γνωμοδοτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, άρθρο 23 του Ν.. 3959/2011).

Απάλειψε από την παράγραφο 2 του κριτηρίου 1 «τον αριθμό των θιγόμενων καταναλωτών», υιοθετώντας την προσέγγισή μας ότι «ο μικρός επί παραδείγματι αριθμός των θιγόμενων ιδιωτών δεν μπορεί να συνιστά a  priori έναν απαγορευτικό παράγοντα για τη μη προτεραιοποίηση μιας υπόθεσης στο πλαίσιο του παρόντος κριτηρίου, καθώς η μέσω της Επιτροπής διευκόλυνση της ικανοποίησης των επιμέρους ατομικών οικονομικών συμφερόντων αποτελεί ταυτόχρονα και (ευρύτερο) κοινωνικό στόχο».

Αποσύνδεσε την «προτεραιοποίηση» από το κριτήριο της καταλληλότητας παρέμβασης του εθνικού οργάνου (Δικαστηρίου ή Επιτροπής) ανά εξέταση συγκεκριμένης υπόθεσης, αντιλαμβανόμενη την επάρκειά της δικής της παρέμβασης σε σχέση με τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα και με τις υποβαλλόμενες παρατηρήσεις μας. Έτσι, αντικατέστησε το κριτήριο με αριθμό 3, το οποίο όριζε «Η διαπίστωση ότι η Ε.Α. είναι η πλέον κατάλληλη αρχή να παρέμβει για την άρση των  στρεβλώσεων  του  ανταγωνισμού  σε  συγκεκριμένη  υπόθεση,  σε  σύγκριση  με άλλες  δημόσιες  αρχές  ή  τα  δικαστήρια…» με το εξής: «η Ε.Α. είναι το πλέον κατάλληλο όργανο αρχή να παρέμβει για την άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος».

Για την πληρότητα των θέσεών μας παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο που υποβάλαμε στην Επιτροπή.
diavoulefsi_epant_kritiria_2011