Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Μετρώντας την αποτρεπτική ισχύ των κυρώσεων κατά των καρτέλ

«…ένας λόγος που δραστηριοποιούνται τόσα πολλά καρτέλ στις ΗΠΑ και σε ολόκληρο τον κόσμο είναι ότι τα επίδοξα καρτέλ λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη τους το γεγονός ότι οι πιθανότητες να εντοπιστούν και να τιμωρηθούν είναι σχετικά μικρές, ενώ τα πρόστιμα που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζαν αν γινόταν αντιληπτή η δράση τους θα ήταν μάλλον μέτρια. Είναι πιθανό ότι πολλοί εταιρικοί διευθυντές συγκρίνουν τα μικρά και αβέβαια αυτά ενδεχόμενα τιμωρίας τους με τη μεγάλη σχετικά πιθανότητα να μπορέσουν να επιτύχουν αξιόλογη αύξηση των τιμών για μια σημαντική χρονική περίοδο κι έτσι παίρνουν τελικά την απόφαση ότι αξίζει να αναλάβουν το ρίσκο…».

Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί το συμπέρασμα πρόσφατης αμερικανής μελέτης με τίτλο «Optimal Cartel Deterrence: An Empirical Comparison of Sanctions To Overcharges», η οποία καταδεικνύει ότι το αυστηρότατο αντιμονοπωλιακό ρυθμιστικό πλαίσιο των ΗΠΑ (πρόστιμα, ποινικές κυρώσεις, φυλάκιση, σύστημα treble damages κλπ) δεν επαρκεί να αποτρέψει τις καρτελικές συμπράξεις και προτείνει την ουσιαστική αναβάθμιση του επιπέδου των κυρώσεων.

Η επιστημονική αυτή έρευνα έχει μεγάλη αξία να δούμε συγκριτικά τι συμβαίνει στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα.

Ανεξαρτήτως του επιπέδου ετοιμότητας των δημόσιων φορέων που είναι εντεταλμένοι για την πάταξη των παράνομων συμπράξεων, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αυτό καθαυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι ικανό να εγγυηθεί την αποτροπή των αντιανταγωνιστικών πρακτικών στην αγορά;

Η ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ομολογήσει ότι η με δημόσια πρωτοβουλία επιβολή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας είναι αδύναμη να αντιμετωπίσει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά, γι’ αυτό και είναι προσανατολισμένη από χρόνια στην εισαγωγή ενός μηχανισμού επιβολής της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς (private enforcement).

Η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο αποδεικνύεται αδύναμη να παρακολουθήσει τις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις στο δίκαιο του ανταγωνισμού, αλλά ακόμη χειρότερα εμφανίζεται να μην έχει κατανοήσει τι σηματοδοτεί για την οικονομία η ύπαρξη ενός επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου για τον ανταγωνισμό, γεγονός που αποδεικνύεται από τις δηλωμένες προθέσεις της κατά τη θέσπιση του πρόσφατου νόμου 3959/2011.

Το Δεκέμβριο του 2010, οπότε δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση το κείμενο του υπό θέσπιση ακόμη τότε νόμου, διαπιστώσαμε με μεγάλη απογοήτευση την προσπάθεια της κυβέρνησης να ποδηγετήσει την Επιτροπή Ανταγωνισμού και να αμνηστεύσει επιχειρήσεις που για πρώτη φορά θα καταλαμβάνονταν να έχουν στήσει καρτέλ στην αγορά, πράγμα που ευτυχώς απεφεύχθη συνεπεία της παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα, η παρούσα μελέτη καθίσταται ακόμα πιο σημαντική για τα συμπεράσματά της, τα οποία ελπίζουμε να αποτελέσουν τροφή για σκέψη και στη χώρα μας.