Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Η Ομιλία του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού στο ΙΣΤΑΜΕ 31 Μαρτίου 2011

Κύριε Υπουργέ, Κύριε Πρόεδρε του ΙΣΤΑΜΕ, Κύριε Αντιπρόεδρε του Αρείου Πάγου ε.τ., Κύριε Πρόεδρε της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Κύριε Πρέσβη ε.τ., Κύριοι Πρόεδροι Κοινωνικών Φορέων και Εταίρων, Κύριοι Καθηγητές, Κυρίες και Κύριοι, εκλεκτοί προσκεκληµένοι,

Ευχαριστώ και εγώ µε τη σειρά µου, το ΙΣΤΑΜΕ, γι’ αυτήν τη σηµαντική εκδήλωση. Εκδήλωση, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα να επιχειρήσουµε από κοινού, µια ουσιώδη και εποικοδοµητική συζήτηση, µε αφορµή την ψήφιση του σχεδίου νόµου, για ένα θέµα που αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων σήµερα, λόγω φυσικά και της ειδικής οικονοµικής συγκυρίας που βιώνουµε.

Η πραγµατοποίηση της σηµερινής εκδήλωσης, από µέρους σας κ. Πρόεδρε, επιβεβαιώνει, θεωρώ, τη σηµασία που έχει, περισσότερο από ποτέ ίσως, η αποτελεσµατική λειτουργία της Εθνικής Αρχής Ανταγωνισµού. Είναι, εποµένως, καλό, ανεξάρτητα από σκοπιµότητες, ή ιδεοληψίες να γίνει αντιληπτό στους πολίτες αυτής της χώρας, αλλά και σε πολλούς από τους ιθύνοντες, το γεγονός, ότι η ενίσχυση και η στήριξη της λειτουργίας της Επιτροπής Ανταγωνισµού, πρέπει να αποτελέσει µια από τις πρώτες προτεραιότητες για πολλούς. Και αυτό γιατί, χωρίς τους βασικούς µηχανισµούς εξυγίανσης των οικονοµικών δοµών της χώρας, δεν µπορεί να γίνεται λόγος για προσέλκυση επενδυτών, ανάπτυξη επιχειρηµατικής πρωτοβουλίας αλλά και κυρίως για ανάσα, του δεινά χειµαζόµενου µέσου Έλληνα πολίτη.

Δεν πρέπει να θεωρείται, εκτιµώ, τυχαίο, ότι οι πλέον έγκριτες µελέτες διαφόρων εγχώριων και διεθνών επιστηµονικών φορέων, αλλά και το Μνηµόνιο Οικονοµικής Συνεννόησης µε τις τακτικές επικαιροποιήσεις του, αναγνωρίζουν αυτή την αναγκαιότητα και κάνουν ειδική αναφορά στην ανάγκη της ενίσχυσης της Επιτροπής Ανταγωνισµού. Ενίσχυση µε τη µορφή της διατήρησης της πλήρους ανεξαρτησίας της, τη θεσµική της θωράκιση αλλά και της εξασφάλισης, των αναγκαίων προς τούτο, ανθρώπινων και υλικών πόρων.

Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται κατά το µεγαλύτερο µέρος του, το σχέδιο νόµου, το οποίο κατατίθεται προς ψήφιση στην Ολοµέλεια της Βουλής. Με το σχέδιο αυτό κωδικοποιείται κατά ένα µεγάλο µέρος, η υπάρχουσα κατά καιρούς, διάσπαρτη, όµως, νοµοθεσία του ελεύθερου ανταγωνισµού. Επί πλέον, όµως, επιχειρείται η αναµόρφωση του θεσµικού αυτού πλαισίου µε βάσει και τα δεδοµένα της Ευρωπαϊκής πραγµατικότητας αλλά και τις εµπειρίες και παρατηρήσεις στο διεθνές επίπεδο. Για τη σύνταξη του αρχικού σχεδίου, όπως παραδόθηκε , αρχικά στην κ. Κατσέλη και στη συνέχεια στον κ Χρυσοχοϊδη, συνέπραξαν σε Επιτροπή, της οποίας είχα την ιδιαίτερη τιµή να είµαι πρόεδρος, πολλοί από τους πλέον έγκριτους Καθηγητές, νοµικούς και οικονοµολόγους, γνώστες του αντικειµένου του Ανταγωνισµού, µεταξύ αυτών και ο εκλεκτός οµιλητής κύριος Δηµήτριος Τζουγανάτος, εισηγητές και µέλη της Επιτροπής αλλά και Διευθυντικά στελέχη του πιο πάνω Υπουργείου.

Ευτυχώς, ο Υπουργός, ο κ. Χρυσοχοϊδης, είχε την πρόνοια να αποσοβήσει την πορεία προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο, το σχέδιο νόµου που αναρτήθηκε για δηµόσια διαβούλευση. Ενός σχεδίου που δεν είχε σχέση µε εκείνο που παραδόθηκε από την Επιτροπή και απείχε µακράν από το να υπηρετεί τις πιο πάνω αρχές και στόχους. Όµως, ήδη, µετά την απάλειψη των περισσότερων επίµαχων διατάξεων, το προς ψήφιση σχέδιο νόµου, στο οποίο ενσωµατώθηκαν πολλές από τις βελτιώσεις, της Επιτροπής στην αρµόδια Επιτροπή της Βουλής, θεωρώ ότι θα µας προσφέρει, τα αναγκαία προς τούτο εργαλεία, ακριβώς για να επιτελέσουµε αποτελεσµατικότερα το στρατηγικό µας ρόλο. Το ρόλο του θεµατοφύλακα της εύρυθµης λειτουργίας της αγοράς. Ευελπιστώ, ότι ορισµένα εριστά ακόµη σηµεία, έχουν περιθώρια βελτίωσης. Για το νοµοσχέδιο αναφέρθηκε ο κ. Υφυπουργός και το αυτό ασφαλώς θα πράξουν και οι λοιποί από τους κκ. Οµιλητές. Εγώ επιγραµµατικά θα επαναλάβω, ότι επί της ουσίας, το προτεινόµενο Σχέδιο Νόµου ενσωµατώνει την Ελληνική, Ευρωπαϊκή και διεθνή εµπειρία και επιστηµονική εξέλιξη και στοχεύει, πρωτίστως, στην αύξηση της αποτελεσµατικότητας της εφαρµογής των κανόνων του ανταγωνισµού στην Ελλάδα.

Είναι, όµως, θεωρώ κοινά γνωστό, ότι τα νοµοθετικά κείµενα από µόνα τους δεν αρκούν, για να λύσουν χρόνια προβλήµατα ή να αµβλύνουν αγκυλώσεις ετών αλλά και ριζοµένες διαχρονικά νοοτροπίες.

Στα πολυσχιδή αυτά προβλήµατα θα µου επιτρέψετε να επικεντρώσω την παρουσίασή µου και να µου συγχωρήσετε αν θα αναφερθώ σε ορισµένες σκληρές αλήθειες, όπως αυτές, τουλάχιστον, προκύπτουν από τη µέχρι σήµερα εµπειρία της δραστηριότητας της Επιτροπής Ανταγωνισµού. Αλήθειες, όχι άγνωστες στους πολλούς αλλά περισσότερο φωτισµένες τούτη τη ώρα.

Αλήθεια; τι περιµένει ο πολίτης από την Επιτροπή Ανταγωνισµού και ποια είναι τα όρια της δράσης και τα εργαλεία που έχει στη διάθεση της;

Να εξασφαλίσει, θα ειπωθεί, µε τη δράση και τις ενέργειες της, την εύρυθµη λειτουργία της αγοράς, χωρίς στρεβλώσεις, εµπόδια εισόδου, παράνοµες συµφωνίες, καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης, όπου αυτή υπάρχει.

Και ποιος ο στόχος; Μα η διαφύλαξη του δηµοσίου συµφέροντος, η προώθηση της υγιούς επιχειρηµατικότητας και η προστασία των καταναλωτών.

Στην πράξη όµως;

Η πράξη αναδεικνύει τα πολλά προβλήµατα. Πως στα αλήθεια θα επιτευχθούν, απρόσκοπτα, οι ανωτέρω στόχοι, όταν η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από µια σειρά χρόνιων αγκυλώσεων και προβληµάτων και όταν η ίδια η κοινωνία, δεν είναι σε θέση ή δεν της δόθηκε η δυνατότητα, να αντιληφθεί τα οφέλη που προκύπτουν από την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς; Μέχρι πρότινος, η αγωνία των ανθρώπων της Επιτροπής, ήταν να µην συγχέεται η δράση της µε αυτή της αγορανοµίας. Αυτό τουλάχιστον δειλά – δειλά, πάντως , όµως, σταθερά, φαίνεται ότι ξεπερνιέται, ως αντίληψη. Ασφαλώς και δεν διαφεύγει, ότι η σύγχυση ρόλων, δηµιουργεί και σύγχυση προσδοκιών. Πόσες φορές δεν έχοµε διαβάσει όλοι στον Τύπο την κοινότυπη ερώτηση «τι κάνει η Επιτροπή Ανταγωνισµού για να µην ανέβουν οι τιµές;»

Συγχωρέστε µε, αλλά το γεγονός αυτό, στο µέτρο που δεν υπάρχει άγνοια, υποδηλώνει και τάση λαϊκισµού. Και αυτό διότι, κάθε όργανο της Πολιτείας, πρέπει να κρίνεται και να αξιολογείται µε βάση τις οριοθετηµένες αρµοδιότητες που έχει και επιπλέον , αν κάνει αυτό που µπορεί, µε βάση το νοµικό πλαίσιο και τα εργαλεία που του παρέχει ο εθνικός και κοινοτικός νοµοθέτης. Είναι τούτο υπεκφυγή; Όχι. Είναι η πραγµατικότητα. Η Επιτροπή δεν είναι αγορανοµία, δεν είναι ο ρυθµιστής των τιµών. Είναι, όµως, εκείνη που εγγυάται τη λειτουργία των δυνάµεων της αγοράς και την ελεύθερη διαµόρφωση του επίπεδου των τιµών. Είναι εκείνη που εντοπίζει στρεβλώσεις, ανιχνεύει αγκυλώσεις, και τιµωρεί µε βαριές ποινές προστίµων, όσους παραβάτες επιτύχει να ανακαλύψει και στοιχειοθετήσει τη σχετική παράβαση. Και λέω, επιτύχει, γιατί δυστυχώς δεν είναι καθόλου απλό. Τα εγκλήµατα του «λευκού κολάρου», όπως συνηθίζονται να αποκαλούνται, τα αδικήµατα των «καθώς πρέπει κυρίων», δεν είναι ευκολοαπόδεικτα. Ολόκληρα επιτελεία, συνήθως βρίσκονται πίσω από οργανωµένα καρτελικά δίκτυα.

Αλλά ας έρθουµε στα πιο απλά, αλλά παράλληλα και καθοριστικά. Κι ας δούµε τους λόγους που µπορεί να επηρεάζουν δυσµενώς, τη διαµόρφωση υψηλότερων τιµών για την ελληνική αγορά, µε πρώτη την ακρίβεια. Ακρίβεια, που όσο βαθαίνει η κρίση, τόσο περισσότερο θα δοκιµάζει τις αντοχές στα νοικοκυριά αυτού του τόπου. Όπως προανέφερα, το σκηνικό αυτής της εγχώριας ακρίβειας συµπληρώνεται από διαχρονικές στρεβλώσεις και διαρθρωτικά ζητήµατα, όπως:

• Έλλειψη ανταγωνιστικότητας της αλυσίδας εφοδιασµού τροφίµων, όπως για παράδειγµα ο κατακερµατισµός του γεωργικού τοµέα και η έλλειψη ισχυρών και υγιών συνεταιριστικών οργανώσεων,

• Αδιαφάνεια τιµολόγησης των καταναλωτικών αγαθών (κυρίως τροφίµων), καθώς η τελική τιµή δεν είναι πάντα σαφής ή ευδιάκριτη λόγω των ποικίλων εκπτώσεων που χορηγούνται.

• Απουσία εύκολα προσβάσιµων διαδικτυακών υπηρεσιών σύγκρισης των λιανικών τιµών, λόγω χαµηλής απήχησης του ηλεκτρονικού εµπορίου.

• Εισαγωγή από το εξωτερικό της πλειονότητας των προϊόντων, επιβαρυµένα µε υψηλά µεταφορικά κόστη, λόγω της σχεδόν ανυπαρξίας του τοµέα παραγωγής στη χώρα µας,

• Υψηλοί συντελεστές της φορολογίας, σε συνδυασµό µε ενδοοµιλικές συναλλαγές (transfer pricing) από µέρους πολυεθνικών εταιριών, οι οποίες µεταφέρουν, µε τεχνητό τρόπο, τα φορολογούµενα κέρδη τους σε άλλες χώρες,

• Κερδοσκοπία που ευνοήθηκε, και ευνοείται, από την εµπλοκή πληθώρας µεσαζόντων στην αλυσίδα διανοµής και συνακόλουθων περιορισµών πρόσβασης σε πηγές εφοδιασµού, γεγονός που δυσχεραίνει τον ακριβή εντοπισµό και επιµερισµό ευθυνών στους παράγοντες που την προκαλούν,

• Έλλειψη, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνολικής προσέγγισης και εποπτείας αναφορικά µε τα παράγωγα γεωργικών προϊόντων, γεγονός που συχνά επιτρέπει δυσανάλογες διακυµάνσεις στις τιµές και υπερβολική συγκέντρωση κερδοσκοπικών θέσεων,

• Συγκυριακές διεθνείς ανατιµήσεις πρώτων υλών, καθώς και

• Κατάλοιπα των προς τα πάνω στρογγυλοποιήσεων που προκάλεσε η είσοδος της Ελλάδας στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση (Ο.Ν.Ε.).

Για τους υπαρκτούς πιο πάνω λόγους, ήδη η Επιτροπή, από το Δεκέµβριο του 2010, µε δηµόσια ανακοίνωση της, ζήτησε από τους φορείς της αγοράς στο πλαίσιο δηµόσιας διαβούλευσης µε θέµα «Η λιανική πώληση προϊόντων βασικής διατροφής και καθηµερινής κατανάλωσης», να αποστείλουν τις απόψεις τους. Να µας διαβιβάσουν στοιχεία και να πάρουν θέση στο κρίσιµο ζήτηµα της οργάνωσης του λιανεµπορίου. Η αρχικά ταχθείσα προθεσµία, κατά ειοθώτα στη χώρα µας, παρατάθηκε µέχρι το τέλος Μαΐου, προκειµένου να δοθεί η δυνατότητα σε επιχειρήσεις ή και µεµονωµένα άτοµα να συµµετάσχουν στην προσπάθεια. Με την ευκαιρία, σας καλώ όλους και από το βήµα αυτό, να αποστείλετε τις απόψεις σας και τις παρατηρήσεις. Σηµειώνω ότι, ειδικά στα θέµατα µας, η πρωτογενής πληροφόρηση είναι αποτελεσµατικότερη, καθώς διασφαλίζεται και µυστικότητα που εξασφαλίζει το όπλο του αιφνιδιασµού, το οποίο συνήθως ακυρώνεται, όταν η πληροφορία γίνει ευρέως γνωστή, µέσω δηµοσιευµάτων κλπ. Επιχειρούµε, µε τον τρόπο αυτό να ενεργοποιήσουµε τα αντανακλαστικά των πολιτών και να αφυπνίσουµε την κοινωνική συνείδηση. Η κάθε ιδέα, η κάθε πληροφορία, µπορεί να είναι χρήσιµη και πολύτιµη για τις υπηρεσίες µας. Ας µην ακολουθήσουµε και στο θέµα αυτό το «ωχ αδελφέ», ας ανταποκριθούνε άλλοι ή να τα βρουν µόνοι τους.

Επιστρέφοντας στη συζήτηση περί ακρίβειας, θεωρώ αυτονόητο το ότι η κατάσταση που αντιµετωπίζουµε, επιβάλλει συντονισµένες δράσεις σε πολλά επίπεδα και συνεργασία πολλών θεσµών και οργάνων.

Είναι γνωστό, ότι σε συγκεντρωµένες, µικρές οικονοµίες, όπως και αυτή της χώρας µας, στρεβλώσεις εµφανίζονται σε όλες, ή πολλαπλές, οικονοµικές βαθµίδες (πρωτογενής παραγωγή, επεξεργασία, χονδρική πώληση – µεσάζοντες, λιανική πώληση) και παράγουν σωρευτικό αποτέλεσµα. Η διατήρηση των υψηλών τιµών, ακόµη και σε περιόδους ύφεσης, όπως αυτή που ζούµε, οφείλεται εν µέρει στην ανελαστικότητα της ζήτησης, ειδικά στα είδη πρώτης ανάγκης, η οποία οδηγεί σε σύγκλιση των τιµών προς τα πάνω (χωρίς να µπορεί συνήθως να αποδειχθεί ότι αυτό δεν οφείλεται σε απλή παράλληλη συµπεριφορά, η οποία δεν απαγορεύεται από το δίκαιο ανταγωνισµού). Οι καταναλωτές, εξακολουθούν να αγοράζουν σε υψηλές τιµές, λόγω, µεταξύ άλλων, της αναντιστοιχίας που καταγράφεται µεταξύ της πραγµατικής αγοραστικής, και της λογιστικής ικανότητας, όπως αυτή προκύπτει από τα φορολογητέα εισοδήµατα.

Ο ρεαλισµός επιβάλλει να συνειδητοποιήσουµε, ότι η χώρα µας, όπως και άλλες µικρές οικονοµίες, εµφανίζουν ειδικά χαρακτηριστικά, που τη διακρίνουν από πολλά κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), ιδίως της Κεντρικής Ευρώπης. Ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία συνδέονται µε το µέγεθός της, την αρχιπελαγική γεωγραφική δοµή της, τη σχετικά αργοπορηµένη απελευθέρωση των αγορών της κλπ. Εποµένως, ευθεία σύγκριση µε τις πιο πάνω χώρες (κυρίως πιο προηγµένες από πλευράς οικονοµιών κλίµακας, ιστορίας και κουλτούρας ανταγωνισµού), δεν είναι επιτυχής. Στην Ελλάδα, το µικρό µέγεθος της αγοράς, σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι υπάρχει σε πολλούς κλάδους υπερπροσφορά των σηµείων πώλησης (βλ. π.χ. πρατήρια υγρών καυσίµων που είναι υπερδιπλάσια του κοινοτικού µέσου όρου ή ο πολύ µεγάλος αριθµός των µικρών εµπορικών καταστηµάτων ειδικά στις ανεπτυγµένες αστικές περιοχές), σαφέστατα επιβαρύνει τις τελικές τιµές, και συµβάλλει στην έξαρση των φαινοµένων υπερκοστολόγησης. Ο κάθε επιχειρηµατίας επιδιώκει συνήθως να εξασφαλίσει την κερδοφορία του από τις αυξηµένες τιµές και όχι από τον όγκο των πωλήσεων του, εκµεταλλευόµενος πολλές φορές την ανελαστικότητα της ζήτησης και την έλλειψη καταναλωτικής συνείδησης.

Επιπλέον, οι τιµές επιβαρύνονται από το αυξηµένο µεταφορικό (οδικό και ακτοπλοϊκό) κόστος των προϊόντων, που συνδέεται µε την χωροταξία του Ελλαδικού χώρου και τη συνακόλουθη απουσία διευρωπαϊκών δικτύων, αλλά και µε το γεγονός ότι - ειδικά στις οδικές µεταφορές - λόγω των νοµοθετικών ρυθµίσεων για τα φορτηγά δηµόσιας χρήσης, οι µεταφορικές υπηρεσίες ήταν ,τουλάχιστον µέχρι την πρόσφατη απελευθέρωση, δυσανάλογα ακριβές στη χώρα µας. Όπως δείχνουν και οι σχετικές µελέτες, το κόστος αυτό, µαζί µε σειρά από άλλα, κρυφά διοικητικά κόστη, περνούν τελικά στον καταναλωτή και αποτελούν, µη αµελητέα παράµετρο της τελικής τιµής. Περαιτέρω, λόγω της γεωγραφικής κατανοµής, οι µικρές νησιωτικές αγορές ευνοούν τη στεγανοποίηση των αγορών, καθώς ελαχιστοποιούνται, λόγω µεγέθους, τα εναλλακτικά ισοδύναµα, µειώνοντας έτσι τα περιθώρια αποτελεσµατικής λειτουργίας του τοπικού ανταγωνισµού.

Στα ως άνω προβλήµατα, έρχονται να προστεθούν και οι κάθε είδους αντιανταγωνιστικές πρακτικές, κυρίως οι εναρµονισµένες πρακτικές ή ακόµα και οι , όπως προαναφέρθηκε, καρτελικού τύπου συµπράξεις. Παραδοσιακοί επιχειρηµατικοί «παράγοντες» της χώρας µας πολλές φορές διατηρούν, εκτός από επαγγελµατικούς, και οικογενειακούς ή φιλικούς δεσµούς, γεγονός που δυσχεραίνει την προσπάθεια της Επιτροπής Ανταγωνισµού και άλλων ελεγκτικών µηχανισµών, να αποκαλύψουν αντι-ανταγωνιστικές ή/και αθέµιτες πρακτικές. Στο βαθµό που κανείς δεν είναι πρόθυµος να µιλήσει, φοβούµενος τις «κοινωνικές» επιπτώσεις, καθώς και την απώλεια του οφέλους από την παρανοµία, επικρατεί τελικά ο νόµος της σιωπής. Ακυρώνεται, έτσι, στην πράξη, το πλέον αποτελεσµατικό εργαλείο εξάρθρωσης των παράνοµων συµπράξεων (καρτέλ) σύµφωνα µε τα απτά δείγµατα της ευρωπαϊκής και διεθνούς εµπειρίας, εκείνο, δηλαδή, του «Προγράµµατος Επιείκειας». Δυστυχώς, ο «Νόµος της Σιωπής», επικρατεί στη χώρα µας. Συναντάµε, παντού κλειστά στόµατα. Όλοι φαίνεται να γνωρίζουν, κανείς όµως-τουλάχιστον µέχρι τώρα- δεν είναι πρόθυµος να συνεργαστεί. Αυτό θέλουµε και επιχειρούµε να αλλάξουµε. Θέλουµε τον πολίτη, τον επιχειρηµατία, να µας εµπιστευτεί και αν το κάνει είµαστε απόλυτα βέβαιοι ότι και ο ίδιος θα διαπιστώσει το µέγεθος της ωφέλειας.

Για τον λόγο αυτό, επιχειρούµε τη στρατηγική αναµόρφωση του προγράµµατος επιείκειας και ενίσχυση της αξιοπιστίας της Επιτροπής στη συνείδηση ιδίως των επιχειρήσεων, αλλά και των πολιτών, µε προβολή των καταδικαστικών αποφάσεων και της συνακόλουθης επιβολής οικονοµικών κυρώσεων. Στόχος είναι η ενίσχυση της γενικής αποτρεπτικής πρόληψης, αφού η κατασταλτική λειτουργία των κανόνων του ανταγωνισµού και των σχετικών ποινών, µε βάση τα µηνύµατα της αγοράς και των ειδικών του χώρου, φέρεται ότι εµπεδώνεται κάθε µέρα και περισσότερο. Ειδικότερα, ως προς την προληπτική λειτουργία, σηµειώνεται ότι, ξεκίνησε και συνεχίζεται, κυρίως µέσω του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου η ενηµέρωση των πολιτών. Θα ενταθεί, όµως, η εκστρατεία ενηµέρωσης (advocacy), µε στόχο, ιδίως, τις µεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου, όλων των οικονοµικών βαθµίδων (παραγωγή, επεξεργασία και διανοµή), µε επικέντρωση στις πρόσφατες αποφάσεις της Επιτροπής και κατανόηση του πιθανού κόστους της µη συµµόρφωσης µε το δίκαιο του ανταγωνισµού. Δεδοµένης της αυξηµένης σηµασίας που αποδίδεται στους εµπλεκόµενους κλάδους, το πιθανό κόστος για τις επιχειρήσεις που δεν συµµορφώνονται , αυξάνεται σηµαντικά.

Ένα άλλο καίριο εκτιµώ σηµείο, στο οποίο και πάλι θα µου επιτρέψετε να αναφερθώ είναι αυτό της έλλειψης καταναλωτικής συνείδησης. Και εξηγούµαι. Ο καταναλωτής έχει σηµαντικό ρόλο στο σύστηµα διαµόρφωσης των τιµών και πρέπει όλοι, εγκαίρως, να αντιληφθούµε ότι η «καταναλωτική συνείδηση», αποτελεί το ισοζύγιο του Ελεύθερου Ανταγωνισµού. Αντιθέτως, η απουσία της, συντείνει στην ανάπτυξη περαιτέρω στρεβλώσεων και κερδοσκοπίας.

Κυρίες και Κύριοι, ο µεγαλύτερος εχθρός του κερδοσκόπου και ο ισχυρότερος σύµµαχος της Πολιτείας, είναι ο συνειδητοποιηµένος καταναλωτής. Είναι αυτός που έχει συναίσθηση της δύναµης του και της προστασίας που του παρέχει η έννοµη τάξη, απέναντι σε όλους αυτούς που συστηµατικά προσπαθούν είτε να τον εξαπατήσουν, είτε να πλουτίσουν σε βάρος του. Είναι ο καταναλωτής εκείνος ο οποίος µε την καθηµερινή αγοραστική συµπεριφορά του και τη δύναµη της επιλογής του «τιµωρεί» αυτούς που δεν τον σέβονται και στέκεται αρωγός στο δύσκολο έργο που ο εθνικός νοµοθέτης ανέθεσε στην Επιτροπή Ανταγωνισµού.

Μια άλλη διαφορετική, κρίσιµη όµως πτυχή, η οποία χρίζει ιδιαίτερα προσεκτικής ανάλυσης και προσέγγισης, είναι εκείνη του ρόλου του Κράτους στη διαµόρφωση της επιχειρηµατικής κουλτούρας. Δυστυχώς, λόγω και της έλλειψης εξοικείωσης µε τους όρους και τις αρχές λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, η επιχειρηµατικότητα στην Ελλάδα συνδέθηκε σε πολύ µεγάλο βαθµό µε το Κράτος.

Το τελευταίο µάλιστα, λειτουργούσε (και ενίοτε εξακολουθεί να λειτουργεί) ως επιχειρηµατίας, ακόµη και σε περιπτώσεις, όπου δεν τίθενται ζητήµατα δραστηριοτήτων κοινής ωφέλειας. Ακόµη και σήµερα, οι περισσότεροι πολίτες ζητούν την άµεση παρέµβαση του Κράτους, καθώς θεωρούν, ότι µόνο έτσι µπορούν να θεραπεύσουν τα κακώς κείµενα, ακόµη και σε επίπεδο διαµόρφωσης των τιµών. Όµως, η υπέρµετρα παρεµβατική νοοτροπία συγκρούεται µε τις αρχές και τη λειτουργία του ανταγωνισµού. Η εδραίωση της παρεµβατικής αυτής νοοτροπίας συνέβαλε και στην καλλιέργεια συντεχνιακών λογικών, καθώς, µέσα από νοµοθετικές ρυθµίσεις (κλειστά επαγγέλµατα, ορισµός κατώτατων αµοιβών παρεχόµενων υπηρεσιών, εµπόδια εισόδου, διοικητικοί περιορισµοί κλπ), δηµιουργήθηκαν κλειστές οµάδες συµφερόντων. Οµάδες, που εύλογο είναι να επιθυµούν τη διαιώνιση των προνοµίων τους, σε βάρος φυσικά των συµφερόντων των πολλών, καθώς µε τον τρόπο αυτόν κατοχυρώνουν υψηλές αποδόσεις, χωρίς ιδιαίτερη ανταγωνιστική προσπάθεια. Αυτό έχει αρνητική επίπτωση και στην εξαγωγική ικανότητα της οικονοµίας µας, καθώς συµβάλλει στην εσωστρέφεια και στην επικράτηση της λογικής του κατοχυρωµένου κέρδους. Η Επιτροπή, αντιλαµβανόµενη το ρόλο της, έχει από πολλού στρέψει το ενδιαφέρον της σε αντι- ανταγωνιστικές πρακτικές ενώσεων επιχειρήσεων στον τοµέα των επαγγελµατικών υπηρεσιών. Πρόσφατα, µε αφορµή απόφαση της που αφορούσε το θέµα του Τ.Ε.Ε, η Επιτροπή δέχθηκε µια ανηλεή και άδικη επίθεση, από ορισµένους που θεωρούν ότι µπορεί να παραµείνουν εκτός ελέγχου , γιατί απλά έτσι έχουν µάθει.

Όµως κυρίες και κύριοι, η κρισιµότητα των καιρών δεν επιτρέπει αναβολές. Η κατάσταση είναι κρίσιµη. Το καταλαβαίνουµε όλοι αυτό. Ήρθε η ώρα που το υγιές αύριο, θα στηριχθεί σε γενναίες αποφάσεις του σήµερα. Αν δεν γίνει αυτό, η ζοφερότητα του µέλλοντος θα είναι ακόµη πιο µελανή.

Η Επιτροπή µε το αξιόλογο, στη µεγαλύτερη έκταση στελεχιακό δυναµικό της, σας διαβεβαιώνω ότι είναι παρούσα και έτοιµη. Παρούσα, παρά τις αντιξοότητες που της δηµιουργεί η ισχυρή γραφειοκρατία και η µέχρι αυτή την ώρα υποστελέχωση της. Ευτυχώς µε τη στήριξη της Πολιτείας και του Υπουργού προσωπικά, βρίσκεται στο τέλος η διαδικασία πρόσληψης 38 ειδικών επιστηµόνων και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Τη διαβεβαίωση που σας παρακαλώ να κρατήσετε, είναι ότι καταβάλλονται υπεράνθρωπες προσπάθειες, για να σταθούµε στο ύψος των περιστάσεων. Προσπάθειες όχι και τόσο εύκολες, αφού «θύµα» της γραφειοκρατίας, πολλές φορές πέφτουν και οι ίδιες οι αρχές της Πολιτείας. Καλύτερα όµως µην αναφερθώ σε συγκεκριµένα περιστατικά, ανεκδοτικού χαρακτήρα, περισσότερο για να µη ξεφύγουµε από το θέµα µας.

Ίσως έχετε δει ότι πολύ πρόσφατα, η Επιτροπή εξέδωσε δηµόσια ανακοίνωση, στην οποία απλά επισηµαίνουµε προς όλες τις κατευθύνσεις το αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, η κρίση δεν µπορεί να αποτελεί άλλοθι µη εφαρµογής της νοµοθεσίας του Ανταγωνισµού και όσοι επιλέξουν το δρόµο της παραβατικότητας, πρέπει να γνωρίζουν ότι θα µας βρουν απέναντι τους. Ήδη, το τελευταίο διάστηµα κάποιες προκλητικές τακτικές, τολµώ να πω ότι αναχαιτίστηκαν.

Περαιτέρω, η ύπαρξη σωρείας ρυθµιστικών εµποδίων, είναι ακόµη µια δυσάρεστη πραγµατικότητα, που συνδέεται µε τη λειτουργία του Κράτους. Περισσότερο από ποτέ, ίσως είναι αναγκαία η άρση των εµποδίων αυτών και των στρεβλώσεων που εκπορεύονται από τις υπάρχουσες νοµοθετικές ρυθµίσεις. Όπως, ενδεχοµένως, γνωρίζετε, η ανάγκη αυτή αναγνωρίζεται ως µεταρρυθµιστική προτεραιότητα για την αντιµετώπιση των διαπιστωµένων κλαδικών περιορισµών, που έρχονται να επιβαρύνουν τα διοικητικά κόστη και τις τελικές τιµές, επιτείνοντας, έτσι, την εδραίωση µιας αντι-ανταγωνιστικής εικόνας της χώρα µας διεθνώς (βλ. κλειστά επαγγέλµατα). Θα µου επιτρέψετε να προχωρήσω ένα βήµα παραπέρα. Σκοπός δεν είναι µόνο να αρθούν τα εµπόδια αυτά που «παρενοχλούν» την επιχειρηµατικότητα, και συµβάλλουν στην υποχώρηση της χώρας µας στον πίνακα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αλλά να φροντίσουµε να µην επαναληφθούν στο µέλλον σε νέες νοµοθετικές ρυθµίσεις. Επιβάλλεται, εποµένως, η Επιτροπή να έχει γνωµοδοτικό ρόλο σε όλα τα νοµοσχέδια, που έχουν οικονοµικό ή εµπορικό περιεχόµενο, ούτως ώστε να αποτρέπεται εγκαίρως η θεσµοθέτηση νέων εµποδίων. Τούτο θα αποβεί προς όφελος και των επιµέρους υπουργείων.

Περαιώνοντας της εισήγηση µου, θα ήθελα να µοιραστώ µαζί σας την προσωπική µου αγωνία που δεν είναι άλλη, από το ότι µε τον αδόκιµο τρόπο που ασκείται η ανέξοδη κριτική στην Επιτροπή Ανταγωνισµού, ουσιαστικά, υποσκάπτεται η αποτελεσµατικότητα της. Έχοντας υπηρετήσει τη δικαιοσύνη για περισσότερα από σαράντα χρόνια, γνωρίζω πολύ καλά, πόσο σηµαντική είναι η κοινωνική αποδοχή για την οικοδόµηση αξιοπιστίας. Αν αυτή δεν υπάρχει, τότε η αποτρεπτική λειτουργία δεν µπορεί να είναι σοβαρή. Εµείς, επιζητούµε την κριτική. Την κριτική όµως που επιχειρηµατολογεί και µπορεί να µας κάνει καλύτερους. Όχι την κριτική των σκοπιµοτήτων, των ανακριβειών ή των ηµιµαθών, που µέσα από αφορισµούς και γενικεύσεις, θεωρούν ότι ισοπεδώνοντας τα πάντα, φθάνουν τα πράγµατα στο δικό τους, επιθυµητό γι’ αυτούς, επίπεδο.

Και κλείνοντας, επιτρέψτε µου µια παράκληση να απευθύνω σε όλους. Εµπιστευθείτε και στηρίξτε την Επιτροπή Ανταγωνισµού. Και όσοι διατηρείτε τυχόν επιφυλάξεις, επισκεφθείτε την για περισσότερη πληροφόρηση. Είµαστε στη διάθεσή σας, µε σιγουριά ότι δεν θα σας διαψεύσουµε.

Δηµήτριος Κυριτσάκης Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ Πρόεδρος Επιτροπής Ανταγωνισµού