Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Πόσο αποτρεπτικά είναι τα πρόστιμα για τα καρτέλ;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε σήμερα την επιβολή προστίμων συνολικού ύψους 315.2 εκατ. ευρώ στις εταιρείες Procter & Gamble και Unilever, οι οποίες μαζί με την εταιρεία Henkel (στην οποία δεν επεβλήθη πρόστιμο διότι αποκάλυψε την παράνομη σύμπραξη) συνέστησαν από κοινού καρτέλ στην αγορά απορρυπαντικών σε σκόνη για πλύσιμο στο πλυντήριο σε οκτώ κράτη μέλη της Ένωσης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα.

Το καρτέλ, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια, από τις 7 Ιανουαρίου 2002 μέχρι 8 Μαρτίου 2005, με σκοπό τη διατήρηση των μεριδίων αγοράς του και το συντονισμό των τιμών.

Οι εν λόγω εταιρείες κυριαρχούν στη συγκεκριμένη αγορά και στη χώρα μας ως θυγατρικές πολυεθνικών ομίλων, πραγματοποιώντας το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων στον κλάδο των απορρυπαντικών, ο οποίος παρουσιάζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, σύμφωνα με μελέτες της ICAP αλλά και με βάση παλαιότερη έρευνα της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού (απόφαση 441/V/2009).

Με την παραπάνω απόφαση είχε επιβληθεί πρόστιμο ύψους σχεδόν 7 εκατ. ευρώ στην εταιρεία Unilever, έπειτα από τη διαπίστωση συμμετοχής της σε κάθετες συμπράξεις (για τα έτη 2000-2002) με γνωστές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, στις οποίες είχε επιβάλλει τον ιδιαίτερα επαχθή -για τον ανταγωνισμό- όρο της απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών.

Το ερώτημα που αβίαστα τίθεται στο σημείο αυτό είναι πόσο «απορρυπαντικά» είναι τελικά τα πρόστιμα των δημόσιων αρχών, όταν ανακαλύπτουν τις παράνομες συμπράξεις, και πόσο «καθαρίζουν» την αγορά από τις στρεβλώσεις, δεδομένου ότι οι αντι-ανταγωνιστικές αυτές πρακτικές επαναλαμβάνονται, πλήττοντας καίρια τόσο τους καταναλωτές, καθώς αφορούν καθημερινά καταναλωτικά αγαθά όσο και έναν αρκετά σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων που δραστηριοποιείται στον κλάδο των απορρυπαντικών.

Στη Μέκκα του καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, είναι αδιανόητο όσοι θίγονται από παράνομες ενέργειες των επιχειρήσεων να μην μπορούν να προστατεύσουν την οικονομική τους ελευθερία και περιουσία, διεκδικώντας αποζημιώσεις από τις παρανομούσες εταιρείες.

Η υπόμνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις ανακοινώσεις επιβολής προστίμων προς τα θύματα των αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών ότι έχουν τη δυνατότητα (γενικά) να εγείρουν αξιώσεις αποζημίωσης δεν είναι αρκετή. Ή μάλλον είναι ικανοποιητική στο βαθμό που προσπαθεί να καλλιεργήσει ένα πνεύμα ανταγωνισμού στους ιδιώτες.

Από κει και πέρα χρειάζεται να ληφθούν συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα σε ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση σε εθνικό επίπεδο, ώστε να κατοχυρωθεί ρητά το δικαίωμα αποζημίωσης των ιδιωτών, γιατί μόνο τότε ο φόβος πληρωμής υψηλών αποζημιώσεων θα αποτελέσει για τα καρτέλ ικανό λόγο αποτροπής των αντι-ανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Συμπληρωματικά, ένα ακόμη θέμα που αξίζει της προσοχής μας είναι το πώς ξεκίνησε να λειτουργεί το συγκεκριμένο καρτέλ.

Οι τρεις εταιρείες ανέπτυξαν μεταξύ τους συνεργασία (μέσω του εμπορικού συνδέσμου AISE) για την προώθηση ασφαλέστερων για την υγεία και το περιβάλλον χημικών προϊόντων, ενεργώντας καθ’ όλα νόμιμα στο βαθμό που ο συντονισμός των δραστηριοτήτων τους συνδεόταν με την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (μείωση του βάρους των απορρυπαντικών ουσιών, μείωση του όγκου των απορριμμάτων συσκευασίας).

Εντούτοις, αγνόησαν ή υποτίμησαν τον κίνδυνο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, οι οποίοι δεν παύουν να ισχύουν ούτε όταν οι επιχειρήσεις συμπράττουν για την εξασφάλιση της ασφαλούς χρήσης των παραγόμενων χημικών προϊόντων, λ.χ. στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας του Κ. 1907/2006 REACH.

Ειδικά όσον αφορά το μνημονευθέντα κανονισμό, ούτος ορίζει ρητά (προοίμιο αρ. 48) ότι «Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη της πλήρους και εξ ολοκλήρου εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων για τον ανταγωνισμό».

Οι Διοικήσεις των εταιρειών προχώρησαν πέρα από τον περιβαλλοντικό στόχο της συνεργασίας τους, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους κρίσιμες εμπορικές πληροφορίες, προκειμένου να διατηρήσουν τα μερίδια αγοράς τους, διασφαλίζοντας ότι καμία από τις συμπράττουσες εταιρείες δε θα χρησιμοποιούσε τα αποτελέσματα της ως άνω συνεργασίας για να αποκομίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της άλλης στην αγορά απορρυπαντικών.

«Ξεφεύγοντας», όμως, από την ατζέντα των συζητήσεών τους για την περιβαλλοντική αναβάθμιση των παραγόμενων χημικών προϊόντων – απορρυπαντικών, εισήλθαν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, τους οποίους η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω εταιρείες παραβίασαν.